Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Η σπαρμουδιά

Η σπαρμουδιά είναι ένας από τους τέσσερις κύριους σταθμούς της γεωργικής ζωής (σπορά, θέρος, αλωνισμός και τρύγος).
Διαρκεί περισσότερο και δεν έχει σχεδόν χαρές όπως οι άλλοι. Η μόνη χαρά είναι η μυρωδιά του σκαμμένου χώματος και η όψη της οργωμένης γης, που καμαρώνει ο γεωργός κάθε βράδυ μετά τη δουλειά του, νιώθοντας την πραγματική χαρά που φέρνει αυτή η Θεία εργασία.

Προετοιμασία των χωραφιών για τη σπορά δε γινόταν, παρά μόνο σε λίγα χωράφια που θέλουν ένα ή δύο οργώματα, αν ήταν «μπαΐρια» (χωράφια ακαλλιέργητα την προηγούμενη ή τις προηγούμενες χρονιές, σκληρά, βαριά απ΄την υγρασία και γεμάτα αγριάδα). Τότε, μετά το πρώτο όργωμα, σπάζουν τις «μπλάνες» (σκληρά κομμάτια από χώμα).
Οι γεωργοί προετοιμάζονταν για τη σπορά μερικές μέρες πριν από τα πρωτοβρόχια. Ετοίμαζαν τα σύνεργα και το σπόρο.
Στη σπορά παίρνει μέρος όλη σχεδόν η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι. Ζευγολάτης και σποριάς, είναι συνήθως ο άνδρας. Οι υπόλοιποι είναι σκαλιστάδες. Ακολουθούν δηλαδή το ζευγολάτη και σπάζουν τα «ζβόλια»*, καθώς επίσης αποψιλώνουν το οργωμένη χωράφι από διάφορα χόρτα κ.λπ.
Αφού φτάσουν στο χωράφι πρωί-πρωί και ζέψουν το ζευγάρι, ο άντρας παίρνει το σακούλι με το σπόρο στην μασχάλι και αρχίζει να σπέρνει τη σποριά. Σποριά λέμε μια λουρίδα του χωραφιού, που τη διασχίζει ο γεωργός από την μία άκρη μέχρι την άλλη και επιστρέφει, πετώντας το σπόρο δεξιά-αριστερά με προσοχή για να πέφτει κανονικά.
Αφού τελειώσει όλες τις σποριές πιάνει την κοντονουρά (χειρολαβή) του αλετριού και «σαλαγάει» (προτρέπει) τα ζώα του να αρχίσουν να περπατάνε, για να οργώσει και να σκεπαστούν οι σπόροι. Πίσω όπως προείπαμε, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας καθαρίζουν το οργωμένο από χόρτα, πέτρες, σπάζουν τα σβόλια κλπ.
Ο γεωργός πριν ξεκινήσει αυτές τις εργασίες κάνει το σταυρό του για να τον βοηθήσει ο Θεός να έχει πολύ και καλή σοδειά.
Σε επίπεδα χωράφια πολλοί πολλοί χρησιμοποιούν τη «σβάρνα»* για να σκεπαστεί ο σπόρος.
Τη σπορά στις άκρες που δεν τις πιάνει το αλέτρι δεν τις εγκαταλείπουν. Κάνουν το σκάψιμο με τον κασμά. Την εργασία αυτή τη λένε «ξάκρισμα».
Ενδιάμεσα τις εργασίας σταματούν για λίγο να κάνουν το κολατσιό τους, που το συνηθέστερο ήταν ψωμί κι ελιές, ενώ τα ζώα τρώγανε κριθάρι ή άλλες ζωοτροφές από τον «ντορβά»* που ήταν κρεμασμένος στο λαιμό τους.
Τα σύνορα των χωραφιών τα προσδιόριζαν με πέτρες ή με μεγάλα αυλάκια που χάραζαν με το αλέτρι.

➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖
Σβάρνα.  Πάνω σε δύο παράλληλα ξύλα μήκους ενός μέτρου περίπου και σε απόσταση πάλι ενός μέτρου το ένα απ΄ το άλλο, κάρφωναν άλλα ξύλα, έτσι που διαμορφωνόταν μια μικρή «πλατφόρμα» διαστάσεων (1χ1 μέτρα περίπου). Την δένουν πίσω από τα ζώα, πατούσαν επάνω για να δημιουργήσουν βάρος και παράλληλα καθοδηγώντας το ζώο «περιδιάβαιναν» το μόλις οργωμένο χωράφι από την μια άκρη μέχρι την άλλη, για να σκορπίζουν οι σβόλοι, να ισωματίζεται το χωράφι και να πιέζεται λίγο το χώμα για να κρατάει υγρασία μετά το πότισμα. Συνήθως το σβάρνισμα γινόταν σε χωράφια που  επρόκειτο να καλλιεργήσουν καλαμπόκι, αλλά και για άλλους καρπούς.

Ζβόλος.  Κομμάτι από σκληρό χώμα.

Ντορβάς.   Μικρός οδοιπορικός σάκος, που κρέμεται με λουρί από τον ώμο. Επίσης μικρός σάκος, γεμάτος με ζωοτροφή, που δένεται κατάλληλα στο λαιμό των ζώων , ώστε να μπορούν να τρώνε.
Γιάννης Γιαννούκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.